Ποιος θα περίμενε ότι το 2019 και με αριστερή κυβέρνηση θα γινόταν θέμα εάν έπρεπε να τιμωρηθεί ή όχι ένας οπλίτης καταδρομέας ο οποίος παραβιάζοντας κάθε κανόνα ασφάλειας τράβαγε βίντεο τον εαυτό του να τραγουδάει την ώρα που έκανε πτώση με αλεξίπτωτο;

Ακόμη και εάν κανείς διαφωνεί με την κυβερνητική πολιτική πάνω στο «μακεδονικό», είναι σαφές ότι το να θεωρείται ηρωισμός μία τέτοια πρακτική ή να μετατρέπεται σε κομβικό ζήτημα το ποια τραγούδια επιτρέπονται στο στράτευμα, αποτυπώνει ένα συντηρητικό ίχνος, την αντίδραση μιας κοινωνίας που αρχίζει και αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στο εάν τραγουδιούνται «πατριωτικά άσματα στο στρατό» παρά στο εάν προχωρούν αναγκαίες τομές στον εκσυγχρονισμό του κράτους.

Ειδικά από τη στιγμή που λίγες ώρες πριν από τη στρατιωτική παρέλαση και συζητάμε για το αν θα γιορτάσουμε την εθνική επέτειο με επεισόδια κι αν φτάνουν 2.500 αστυνομικοί για να προστατέψουν τους επίσημου.

Το να αισθάνεται μια κοινωνία ανασφαλής και να στρέφεται προς μηχανισμούς που υπόσχονται ασφάλεια, ακόμη και εάν ιστορικά θεωρήθηκαν πάντοτε προπύργια συντηρητικών ή ακόμη και αντιδραστικών απόψεων, είναι ερμηνεύσιμο. Όμως, το πρόβλημα είναι ότι αυτό συμβαίνει με μια αριστερή κυβέρνηση στην εξουσία.

Όμως, η όλη αντιπαράθεση γύρω από το «Μακεδονία ξακουστή» δεν ήταν η μόνη τις τελευταίες μέρες.

Στη Θεσσαλονίκη είχαμε διακοπή παράστασης από διαμαρτυρόμενους ακροδεξιούς που υποστήριξαν μια παράσταση στο ΚΒΘΕ «προσέβαλε τα Θεία», παρότι η ίδια η παράσταση είχε παιχθεί και στο παρελθόν.

Οι… Ιερολοχίτες διέκοψαν την παράσταση στο ΚΒΘΕ

Στην Πάτρα είδαμε να ματαιώνεται ή τουλάχιστον να αναβάλλεται συναυλία των Rotting Christ, ενός ελληνικού συγκροτήματος με σημαντική διεθνή παρουσία εδώ και πολλά χρόνια, ύστερα από παρέμβαση, σύμφωνα με πληροφορίες, κύκλων της Εκκλησίας σε τοπικό επίπεδο επειδή θεώρησαν βλάσφημο το όνομα του συγκροτήματος.

Αλλά και σε ένα άλλο επίπεδο, όποιος ασχολείται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το τι γράφουν εκεί οι χρήστες, θα εντυπωσιαστεί από το ποσοστό σχολίων που αντανακλούν μια πολύ συντηρητική αντίληψη για διάφορα ζητήματα από τις έμφυλες σχέσεις μέχρι τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

 

Δεν φταίει μόνο η αντιπολίτευση

Η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ συνήθως αποδίδει την ευθύνη για τη διαμόρφωση ενός τέτοιου ιδεολογικού κλίματος στη ΝΔ, που υποτίθεται ότι «χαϊδεύει» τέτοια αντανακλαστικά.

Εν μέρει αυτή η εξήγηση στέκει. Όντως, η ΝΔ σε μια προσπάθεια να μην έχει απώλειες προς τα δεξιά και να αποφύγει το ενδεχόμενο να φτιαχτεί ένα ακόμη πιο ισχυρό ρεύμα στα δεξιά της, έχει επιλέξει να ενσωματώσει μια παραδοσιακή συντηρητική ρητορική στο λεξιλόγιό της, σε βαθμό που μοιάζει ανοίκειο εάν αναλογιστούμε τις σαφώς φιλελεύθερες καταβολές του ίδιου του αρχηγού της ΝΔ Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αυτό φάνηκε σε διάφορα θέματα, από τη στάση που έχει κρατήσει η ΝΔ σε ζητήματα που αφορούν το φύλο και τις έμφυλες ταυτότητες μέχρι την συμπόρευση με την Εκκλησία σε ζητήματα όπως η εκκλησιαστική περιουσία και η μισθοδοσία των κληρικών, αλλά και στην ανοχή σε σκληρές εθνικιστικές αναφορές στελεχών.

Όμως, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η βασική παράμετρος που επηρεάζει είναι αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η τρέχουσα συντηρητική στροφή δεν είναι άσχετη με ένα πολιτικό κλίμα για το οποίο κατεξοχήν ευθύνη έχει και η κυβέρνηση.

 

Πώς η κυβέρνηση ενίσχυσε τη συντηρητική στροφή

Και αυτό γιατί στην πραγματικότητα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να επιθυμεί να διατρανώνει την προοδευτικότητά της σε ένα στενό κομματικό κοινό, αλλά δεν κάνει πολλά πράγματα για να βοηθήσει την κοινωνία να μετατοπιστεί συνολικά σε πιο προοδευτικές θέσεις.

Αυτό φάνηκε και στον τρόπο που επιλέγοντας να χειριστεί το «μακεδονικό» με όρους μυστικής διπλωματίας και όχι ανοιχτή συζήτησης μέσα στην κοινωνία επέτρεψε στην ακροδεξιά να εκμεταλλευτεί την ανησυχία ευρύτερων κομματιών για μια τέτοια επιλογή και να ξεδιπλώσει το δικό της αφήγημα.

Φάνηκε ακόμη και στον τρόπο που άνοιξε το θέμα των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας με κεντρική αιχμή τη… δυνατότητα διορισμών, στον τρόπο που δεν ξεδιπλώνει σοβαρές καμπάνιες (ξεκινώντας από την εκπαίδευση) για το ξερίζωμα των έμφυλων στερεότυπων, στην ιδιότυπη ανοχή στην ακροδεξιά με την ελπίδα ότι θα κόψει από τη ΝΔ.

Αποτυπώθηκε επίσης στο γεγονός ότι για τέσσερα χρόνια ένα υπερσυντηρητικό και εθνικιστικό κόμμα, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, ήταν ο κυβερνητικός εταίρος και η ρητορική τους απολάμβανε πολύ μεγάλης προβολής.

Αν το προεκτείναμε αυτό θα λέγαμε ότι εξαρχής η αντίληψη της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ για ένα «αντιμνημονιακό μέτωπο» ακόμη και με εθνικιστικές απόψεις (της «Πάνω Πλατείας») άνοιγε για το δρόμο για να αποκτήσουν εκ νέου νομιμοποίηση συντηρητικές απόψεις.

 

Μια κοινωνία που χάνει την ελπίδα της γίνεται πιο αντιδραστική

Όμως, υπάρχει και ένας πιο βαθύς λόγος που αφορά τα ίδια τα αποτελέσματα που άφησε η παλινωδία του ΣΥΡΙΖΑ στον τρόπο που σκέφτεται η ελληνική κοινωνία.

Όσο μια κοινωνία μπορούσε να ελπίζει στη δυνατότητα τα πράγματα να αλλάξουν, αυτό εκ των πραγμάτων έκανε τους ανθρώπους να σκέπτονται με όρους προόδου, ορθολογισμού, συλλογικής συζήτησης. Τους έκανε πιο ανοιχτούς, αλληλέγγυους και ως ένα βαθμό δημοκρατικούς.

Όταν η ίδια κοινωνία διαψεύστηκε και βρέθηκε αντιμέτωπη με την ίδια μνημονιακή πολιτική και τον ίδιο εξατομικευμένο αγώνα για επιβίωση, αυτό την έκανε πιο φοβική και χωρίς εμπιστοσύνη στη δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα.

Όμως, το αίσθημα της ματαίωσης, της διάψευσης, ή, ακόμη χειρότερα, της εξαπάτησης, είναι το καλύτερο έδαφος για να ενισχυθούν ξανά συντηρητικά αντανακλαστικά. Για να αναζητήσουν οι άνθρωποι σε άλλους χώρους και άλλα «αφηγήματα» την ασφάλεια που δεν τους προσφέρει πια η πολιτική. Για να σηκώσουν κεφάλι συνωμοσιολογικές και ανορθολογικές ιδεολογίες. Για να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος κάθε λογής συντηρητικοί «πολιτισμικοί πόλεμοι».

Με έναν τρόπο, αυτή ήταν η χειρότερη υπηρεσία που θα περίμενε κανείς ότι θα προσέφερε μια αριστερή κυβέρνηση.